Μνήμη Ζαχαρούλας Ανδρούτσου
Έξω απ’ το δωμάτιο 401,
το πρωτοβρόχι του Σεπτέμβρη.
Μέσα, δυο κίτρινα μάτια αγνάντευαν το σκοτάδι.
Πόσες εικόνες η ζωή!
Και ούτε μια για κείνη.
Η ανάσα της γρατζούναγε το στόμα,
για να βγει.
Λες κι η ψυχή της χτύπαγε
στο τζάμι, τα φτερά της.
Πόνο δεν είχε πια το σώμα.
Δεν είχε τίποτα.
Πέρα από κείνη την ανάσα
και απ’ αυτό το κίτρινο,
τρομαχτικό σεντόνι.
Την άλλη μέρα, στις 7 η ώρα το πρωί,
το σώμα έστεκε εκεί, ασάλευτο
και μια σκιά, έξω απ’ το δωμάτιο 401
πετούσε όπως χρόνια πριν, μαζί με τα σπουργίτια,
στην πρώτη εκείνη τη βροχή,
την τελευταία.
το πρωτοβρόχι του Σεπτέμβρη.
Μέσα, δυο κίτρινα μάτια αγνάντευαν το σκοτάδι.
Πόσες εικόνες η ζωή!
Και ούτε μια για κείνη.
Η ανάσα της γρατζούναγε το στόμα,
για να βγει.
Λες κι η ψυχή της χτύπαγε
στο τζάμι, τα φτερά της.
Πόνο δεν είχε πια το σώμα.
Δεν είχε τίποτα.
Πέρα από κείνη την ανάσα
και απ’ αυτό το κίτρινο,
τρομαχτικό σεντόνι.
Την άλλη μέρα, στις 7 η ώρα το πρωί,
το σώμα έστεκε εκεί, ασάλευτο
και μια σκιά, έξω απ’ το δωμάτιο 401
πετούσε όπως χρόνια πριν, μαζί με τα σπουργίτια,
στην πρώτη εκείνη τη βροχή,
την τελευταία.
Μοσχάτο,
Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010



