Μια ρουφηξιά και θα γεμίσει το δωμάτιο καπνό.
Μια μωβ σκιά θα γρατζουνάει τους τοίχους.
Θ’ ακούσεις μέσα σε μια λέξη όσα θες να σου πω
μαζί μ’ όλου του κόσμου τους ήχους.
Το πρόσωπό σου αντανακλά ένα παράξενο φως
και το κραγιόν πάνω στα χείλη σου κοιμάται.
Μ’ έχει ξεχάσει το φιλί σου. Έχει περάσει καιρός.
Όμως το χρώμα των ματιών σου με θυμάται.
Είναι ο ήχος του ανέμου που
σε κάνει να κλαις,
ή το τραγούδι της καρδιάς
σου που ποτέ δεν σωπαίνει;
Τα χρώματα του ήλιου έχουν
αλλάξει από χθες,
ή μήπως άρχισε η μέρα να
μικραίνει;
Μια πεταλούδα καρφωμένη στα ξανθά σου μαλλιά
σου θυμίζει όσα παλεύεις να ξεχάσεις.
Πετάει και σου ανοίγει μία μωβ αγκαλιά.
Πετάς κι εσύ, μα δεν μπορείς να τη φτάσεις.
Κι όπως κοιτάς πίσω απ’ το τζάμι ένα παλιό δειλινό,
στάζουν τα δάκρια στο λευκό σου φουστάνι.
Σαν άνεμος σκορπιέσαι σ’ έναν μωβ ουρανό,
αποτελειώνοντας του ονείρου σου την πλάνη.
Μα, είναι ο ήχος του ανέμου
που σε κάνει να κλαις,
ή το τραγούδι της καρδιάς
σου που ποτέ δεν σωπαίνει;
Τα χρώματα του ήλιου έχουν
αλλάξει από χθες,
ή μήπως άρχισε η μέρα να
μικραίνει;
14/3/2000